Καθώς οι επιχειρήσεις για την ανακατάληψη της επαρχίας του Ιντλίμπ από τον έλεγχο της αντιπολίτευσης κλιμακώνονται, πολλοί από εκείνους που εγκαταλείπουν τα σπίτια τους έχουν εκτοπιστεί τρεις, τέσσερις ή ακόμη και πέντε φορές τα τελευταία χρόνια. Ακόμη και σε περιοχές του Ιντλίμπ που θεωρούνταν σχετικά ασφαλείς τα τελευταία χρόνια, τώρα είναι σχεδόν αδύνατο να μείνει κανείς.
Μία από τις περιοχές που έχουν μείνει σχετικά ανέγγιχτες από τις συγκρούσεις είναι η πόλη Τακάντ στο δυτικό τμήμα της επαρχίας του Χαλεπίου, όπου ζει τα τελευταία τρία χρόνια ο Δρ Μουσταφά Ατζάτζ με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά τους. Ο Δρ Ατζάτζ, ο οποίος διευθύνει ένα κέντρο βασικής φροντίδας υγείας στην Τακάντ, λέει ότι ο πληθυσμός της πόλης και των γειτονικών λόφων έχει αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες από περίπου 20.000 σε 30.000.
Καθώς όμως οι βομβαρδισμοί πλησιάζουν, οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να εγκαταλείπουν και την Τακάντ, και ο 42χρονος Δρ Ατζάτζ φοβάται ότι αυτός και η οικογένειά του μπορεί να είναι οι επόμενοι.
«Κάθε μέρα καταγράφουμε νέες αφίξεις» λέει. «Όμως οι άνθρωποι αρχίζουν τώρα να φεύγουν και από την Τακάντ εξαιτίας των αεροπορικών επιθέσεων σε γειτονικές περιοχές… Οι άνθρωποι φοβούνται και φεύγουν.»
Ο Δρ Ατζάτζ λέει ότι οι βομβαρδισμοί των περιοχών γύρω από την Τακάντ άρχισαν την περασμένη εβδομάδα, πλήττοντας, μεταξύ άλλων, τις πόλεις Αταρίμπ, Αλ Φουκ, Καφρ Αμά, Ουρέμ και Καφρ Χαλάμπ. «Από τη στιγμή όμως που οι κυβερνητικές δυνάμεις ανέκτησαν τον έλεγχο του Καφρ Χαλάμπ, οι άνθρωποι φοβούνται ότι θα συνεχίσουν να προελαύνουν.»
Οι δρόμοι της Τακάντ και οι γύρω λόφοι είναι γεμάτοι σκηνές, επειδή πολύ απλά «δεν υπάρχει αρκετός χώρος» για να φιλοξενηθούν όλοι οι εκτοπισμένοι σε σπίτια κατοίκων.
«Οι περισσότεροι δεν βρίσκουν κατάλυμα στις πόλεις όπου αναζητούν καταφύγιο, οπότε αναγκάζονται να στήσουν σκηνές και να κοιμηθούν στο ύπαιθρο» λέει ο Δρ Ατζάτζ, προσθέτοντας ότι οι σκηνές αυξάνονται όσο πλησιάζει κανείς στα σύνορα με την Τουρκία.
«Είναι πολύ λυπηρό. Αυτή την εβδομάδα είχαμε το χειρότερο κύμα εκτοπισμένων, εξαιτίας των πολύ χαμηλών θερμοκρασιών» λέει στις 13 Φεβρουαρίου. «Οι άνθρωποι φεύγουν έχοντας μόνο τα ρούχα που φοράνε. Σήμερα έπεσε λίγο χιόνι, και η θερμοκρασία το πρωί ήταν μείον πέντε βαθμοί.»
«Οι άνθρωποι αυτοί είναι φοβισμένοι. Ποιος θα πήγαινε με χιόνι και βροχή αν δεν είχε χάσει τα πάντα;»
Καθώς κλιμακώνονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των συριακών ενόπλων δυνάμεων και των Ρώσων συμμάχων τους στο νότιο Ιντλίμπ για την ανακατάληψη των περιοχών του Ιντλίμπ που ελέγχουν οι αντάρτες, η μία περιοχή μετά την άλλη βομβαρδίζονται.
«Οι βομβαρδισμοί τώρα πλήττουν τις περιοχές νότια της Τακάντ… Τηρουμένων των αναλογιών, η περιοχή μας είναι η πιο ασφαλής, οπότε όσοι εγκαταλείπουν τις περιοχές που πλήττονται έρχονται σε εμάς. Αν, ο μη γένοιτο, βομβαρδιστούμε και εμείς, οι άνθρωποι θα φύγουν και από εδώ» λέει ο Δρ Ατζάτζ.
«Χτες γνώρισα μια οικογένεια που μου είπαν ότι είχαν εκτοπιστεί επτά φορές. Πρώτα από το Χαλέπι στο Ιντλίμπ, ύστερα από το ένα χωριό στο άλλο, αναζητώντας ασφάλεια.»
Φοβούμενη το χειρότερο, η οικογένεια αυτή έφυγε και από την Τακάντ. «Ήταν φοβισμένοι… Είπαν ότι είχαν κουραστεί να μετακινούνται, και δεν ήθελαν να μείνουν στην Τακάντ μόνο και μόνο για να μετακινηθούν ξανά αν προελάσουν οι κυβερνητικές δυνάμεις.»
«Ο αριθμός των εκτοπισμένων είναι τεράστιος. Χτες πήγα με το αυτοκίνητο στο Ατμέχ (35 χιλιόμετρα από την Τακάντ). Έκανα πέντε ώρες να πάω και άλλες πέντε να γυρίσω» λέει ο Δρ Ατζάτζ, προσθέτοντας ότι συνήθως παίρνει μία ώρα μόνο.
Πολλοί από τους ασθενείς που έρχονται στο κέντρο βασικής φροντίδας υγείας που υποστηρίζεται από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα στην Τακάντ έχουν λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού εξαιτίας των κακών καιρικών συνθηκών, ενώ άλλοι έρχονται για θεραπεία για γαστρεντερικές λοιμώξεις. Οι περισσότεροι ασθενείς που ζητούν βοήθεια χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη.
«Μέχρι τώρα δεν έχω σκεφτεί να φύγω από την Τακάντ. Είμαι εδώ για να βοηθήσω αυτούς τους δυνατούς ανθρώπους που αποφάσισαν να μείνουν» λέει, προσθέτοντας ότι και ο ίδιος έχει εκτοπιστεί τρεις φορές στη διάρκεια του πολέμου. «Έχουμε συνηθίσει πια.»
«Έχω πέντε παιδιά: τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Δεν μου έχουν ζητήσει να φύγουμε. Θέλουν να μείνουμε. Αντέχουν περισσότερο από μένα.»
Καθώς η κατάσταση γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη, ο Δρ Ατζάτζ αναγκάζεται να κρατάει τα παιδιά του στο σπίτι. «Πηγαίνουν σχολείο φυσικά, όμως είναι κλειστό για λίγες μέρες. Τα σχολεία έκλεισαν πριν από μία εβδομάδα, επειδή υπήρχε φόβος ότι μπορεί να χτυπηθούν» λέει. Στη διάρκεια του πολέμου στη Συρία, πολλές φορές έχουν χτυπηθεί σχολεία από αεροπορικές επιδρομές.
Λίγες ώρες αφού έδωσε την πρώτη του μαρτυρία, η γυναίκα και τα παιδιά του Δρ Ατζάτζ έφυγαν από την Τακάντ και πήγαν στους γονείς της.
«Ο βομβαρδισμός άρχισε το βράδυ της περασμένης Πέμπτης (13 Φεβρουαρίου). Οι μόνοι που έμειναν στην Τακάντ ήταν όσοι δεν είχαν κάποιο όχημα για να φύγουν από την πόλη ή όσοι μετακινούνται μέσα στην πόλη με τις συγκοινωνίες» λέει ο Δρ Ατζάτζ.
Αφού αρχικά αντιστάθηκε αρνούμενος να υποχωρήσει, ο Δρ Ατζάτζ αναγκάστηκε να αναθεωρήσει. «Μεταφέρουμε τις προμήθειές μας σε μια γειτονική πόλη. Ακόμη αναζητώ ένα ασφαλές μέρος όπου μπορούμε να ξαναρχίσουμε να λειτουργούμε. Έχουμε αφήσει λίγες βασικές ιατρικές προμήθειες για τους ανθρώπους που παραμένουν στην Τακάντ.»
«Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα τώρα» λέει.